Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015


Ένα βιβλίο χωρίς τίτλο



Hervé Tullet
μετάφραση: Θεόφιλος Μπαχτσεβάνης

Νεφέλη, 2014



Μια νεράιδα, ένα γουρουνάκι, κάμποσα χρώματα, ο απαραίτητος κακός (τον οποίο τα παιδιά πάντα αναζητούν στα παραμύθια και αγωνιούν όταν δεν εντοπίζεται ευδιάκριτα), ένας συγγραφέας και η ιστορία μπορεί να αρχίσει. Τα συστατικά είναι απλά όπως και η στόχευση: τα παιδιά να μπουν στο παιχνίδι της κατασκευής μιας ιστορίας. Να δουν πίσω από τις λέξεις, πίσω από τα σχέδια, να βρεθούν στο σημείο πριν η σελίδα πάρει τελική μορφή έχοντας κατακλειστεί από χρώμα, εικόνες, πληροφορίες και αφήγηση και να αντιδράσουν συμπληρώνοντας ό,τι τους λείπει. Η επίσκεψη/εισβολή στο ατελιέ του συγγραφέα/εικονογράφου παράγει επιπλέον χώρο για διάδραση των παιδιών με το ημιτελές υλικό που κρατούν στα χέρια τους. Με τον ίδιο τρόπο που τα παιδιά παρακολουθούν με ενδιαφέρον την πρόβα ενός θεατρικού έργου, μπορούν και να παρατηρήσουν ένα βιβλίο εν τη γενέση του. Η διαδραστικότητα, δομικό στοιχείο στο έργο του Τυλλέ, συναντάται εδώ με την θεατρικότητα και βοηθά τα παιδιά να αναγνωρίσουν τα δομικά συστατικά της ιστορίας δίνοντάς τους παράλληλα το χρόνο να τα επεξεργαστούν αλλά και να συνθέσουν ίσως και μια δική τους. Σε ποιες ηλικίες απευθύνεται: Το βιβλίο, αν κι εκ πρώτης μοιάζει να απευθύνεται στα πολύ μικρά παιδιά, μπορεί κάλλιστα να λειτουργήσει με πολύ δημιουργικό τρόπο και με μεγαλύτερα παιδιά όλων των τάξεων του δημοτικού. Η κάθε ηλικιακή ομάδα, είτε των 3 έως 6 ετών είτε των 6 έως 9 ετών, θα ανταποκριθεί με διαφορετικό τρόπο στα ερεθίσματα που προσφέρει. Τα λίγο μεγαλύτερα παιδιά (9 και 10 ετών) θα επέμβουν δημιουργικά τα ίδια και θα δώσουν και τίτλο και ό,τι προεκτάσεις επιθυμούν στο περιεχόμενο της ιστορίας. Για ποιο λόγο θα το αγαπήσουν τα παιδιά: Τα παιδιά θα κάνουν καταπληκτικές παρατηρήσεις παίρνοντας στα χέρια τους το ημιτελές βιβλίο. Η αρχική απορία που ενδεχομένως θα εκφράσουν ορισμένα παιδιά για το ποια ακριβώς είναι η ιστορία θα ξεπεραστεί τάχιστα και θα αρχίσει ο διάλογος. Ο αληθινός διάλογος που θα οδηγήσει στο παιχνίδι το οποίο θα εξελιχθεί έξω από τις σελίδες του βιβλίου με ήρωες τα ίδια τα παιδιά. Για ποιο λόγο να το προτιμήσουν οι γονείς: Επιλέγοντας το εικονογραφημένο βιβλίο Χωρίς τίτλο του Ερβέ Τυλλέ οι γονείς των πολύ μικρών παιδιών θα τους δείξουν τον κόσμο των ιστοριών από την πίσω πλευρά του. Στα μεγαλύτερα παιδιά θα προσφέρουν ένα βιβλίο-αφορμή για το χτίσιμο δικών τους ιστοριών, για τη δραματοποίηση και τελικά αποδραματοποίηση της καθημερινότητάς τους δίνοντάς τους ένα επιπλέον πλεονέκτημα: να κινηθούν με τον δικό τους ρυθμό. (Ελένη Κορόβηλα, Bookpress.gr 27/05/2014)
















ΝΕΦΕΛΕΣ ΣΕ ΚΟΜΙΚ






Η κωμωδία σατιρίζει τους σοφιστές της Αρχαίας Αθήνας και ιδιαίτερα το Σωκράτη, που διαφθείρει υποτίθεται τους νέους με τη διδασκαλία του, παρόλο που ο Σωκράτης δεν δίδαξε ποτέ την σοφιστεία. Το όνομα του έργου οφείλεται στις Νεφέλες (τις νεφελώδεις δηλαδή ιδέες της φιλοσοφίας)

Υπόθεση

Ο Στρεψιάδης, ένας γέρος Αθηναίος χωριάτης, αναγκάστηκε να αφήσει το κτήμα του και να κλειστεί στην Αθήνα, λόγω των συχνών επιδρομών που έκαναν οι Σπαρτιάτες στην Αττική, την περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Παντρεμένος με μία αριστοκράτισσα Αθηναία απέκτησαν ένα γιο, τον Φειδιππίδη, που αναθρεμμένος σαν αριστοκράτης, έφτασε στο σημείο να καταχρεώσει τον πατέρα του με τις σπατάλες του και τη άσωτη ζωή του. Στριμωγμένος ο Στρεψιάδης από τους δανειστές του παίρνει την απόφαση να στείλει το γιο του στο Φροντιστήριο του Σωκράτη για να μάθει τον άδικο και τον δίκαιο λόγο, ώστε να μπορεί να δικαιώνεται στις δίκες και να γλιτώσει από τα διάφορα δανεικά και αγύριστα. Ο Φειδιππίδης, δεν έχει καμιά όρεξη να κλειστεί στη σχολή κι έτσι, ο γέρο Στρεψιάδης, αναγκάζεται να
φοιτήσει ο ίδιος στο Φροντιστήριο. Γρήγορα όμως ο Σωκράτης τον διώχνει ως ανεπίδεκτο μαθήσεως και τελικά πείθει τον γιο του να φοιτήσει στη σχολή του μεγάλου φιλοσόφου. Σύντομα θα αντιληφθεί πως όλα τα μαθήματα που πήρε ο γιος του, θα τα πληρώσει ο ίδιος και πικρά μάλιστα...





Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ...





(1990)- Σκηνοθεσία: ΤΣΕΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ


Σύνοψη της υπόθεσης:
Ένας νέος, άρτι απολυθείς από το στρατό, ο Χρήστος, ονειρεύεται να γίνει φίρμα του λαϊκού τραγουδιού. Μετά από μια αποτυχημένη καλλιτεχνική προσπάθεια, πιάνει δουλειά στο χασάπικο του κυρίου Μιχάλη, συζύγου της Μαρίνας και πατέρα της Φανής. Η Μαρίνα που ως τώρα έχει δώσει όλη της τη ζωή για τον άνδρα και τα παιδιά της, ώριμη σαραντάρα πια, αισθάνεται μια ακαταμάχητη έλξη για τον Χρήστο. Αλλά και η Φανή, επίσης, τον ερωτεύεται με ανάλογη ένταση. Υπάρχει όμως και η Ρούλα, η θερμόαιμη κομμώτρια που φαίνεται να αγαπά και να νοιάζεται τον Χρήστο όσο κανείς άλλος. Ο Χρήστος, περιστοιχισμένος από τρεις γυναίκες, δεν ξέρει τι να κάνει. 


http://www.tainiothiki.gr/v2/filmography/view/1/14/

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΑΒΓΟ ΤΟΥ ΚΟΛΟΜΒΟΥ


Κατά την παράδοση, ο Κολόμβος γυρνώντας πίσω στην Ισπανία μετά τις μεγάλες ανακαλύψεις του είχε προβλήματα με διάφορους άντρες της αυλής του βασιλιά, που προσπαθούσαν να υποτιμήσουν το έργο του λέγοντας ότι δεν ήταν δύσκολο να σκεφτεί κανείς αυτή την ιδέα. Ο Κολόμβος τότε τους έδωσε ένα αβγό και τους ζήτησε να το στηρίξουν όρθιο σε ένα τραπέζι. Εκείνοι δοκίμασαν αλλά δεν μπόρεσαν να το καταφέρουν. Ο Κολόμβος το πήρε στα χέρια του, το έσπασε λίγο στην άκρη κι έτσι το στήριξε όρθιο πολύ εύκολα.

«Βλέπετε», τους είπε, «δεν ήταν δύσκολο, όμως μόνο εγώ μπόρεσα να το σκεφτώ».

Η έκφραση το «αυγό του Κολόμβου» έμεινε παροιμιώδης και δηλώνει την έξυπνη αντιμετώπιση ενός προβλήματος που, εκ των υστέρων, φαίνεται ότι ήταν εύκολο και απλό ν’ αντιμετωπιστεί, αρκεί κάποιος να σκεφτεί και να πραγματοποιήσει τη λύση.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015


"Ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;" 


Porthole, M.C. Escher



http://www.mcescher.com/

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015


Ε.Α.Πόε: «ο θάνατος μιας όμορφης γυναίκας είναι, αναμφίβολα, το πιο ποιητικό θέμα στον κόσμο»





Μαρία Πολυδούρη - Ἀνεπίδοτη ἐπιστολὴ

«Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου
στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν
ἔγραψε σὲ μένα...»

Ἔμιλι Ντίκινσον

Ἀγαπητοὶ φίλοι!
Ἴσως τὸ γράμμα αὐτὸ νὰ μὴν διαβαστεῖ ποτέ, ἀπὸ κανέναν, ἀλλὰ στ᾿ ἀλήθεια δὲ μὲ νοιάζει. Ἴσως μέχρι νὰ φτάσει στὰ χέρια σας νἄχω πειὰ ὁλότελα ξεχαστῆ ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλά, οὔτε δὰ κι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο μὲ νοιάζει. Ἐξάλλου, δὲν ἔχω καὶ πολλὰ νὰ σᾶς πῶ, θέλω μόνο νὰ σᾶς θυμίσω ὅτι κάποτε ὑπῆρξα. Κάποτε ὑπῆρξα κι᾿ ἤμουν καὶ ζωὴ καὶ θάνατος μαζί. Καὶ ζωὴ καὶ Χάρος ἤμουν!
Ἔζησα, τὁμολογῶ, μιὰ ζωὴ δηλητηριασμένη, γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ ἀποφάσισα νὰ τὴν ἐγκαταλείψω. Ἐκεῖνο ποὺ γιὰ τοὺς ἄλλους ἤτανε ζωή, γιὰ μένα θάνατος ἦταν. Γεννιόμουνα καὶ πέθαινα κάθε μέρα, ὥρα καὶ στιγμή. Ζοῦσα μὲ τὸ θάνατο, ζοῦσα γιὰ νὰ πεθάνω, μὰ τουλάχιστον δὲ ζοῦσα νεκρὴ ὅπως οἱ γύρω μου, τὰ μικρὰ ἀστεῖα ἀνθρωπάκια ποὺ λέγαν πὼς μ᾿ ἀγάπησαν, κι᾿ ἂς μὴν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ἂς μὴν τόλμησαν ποτὲ νὰ διαβάσουν τὴν ψυχὴ ποὔκρυβε περίσσιο φῶς καὶ σκοτάδι μέσα της. Κατὰ βάθος μὲ φοβόντουσαν καὶ δὲν ἀργοῦσαν νὰ τραποῦν εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν ἄντεχαν νὰ μὲ κοιτοῦν κατάμματα, μὴν τύχει καὶ τοὺς κλέψω τὴν ψυχή τους.
Ἀγαπήθηκα, ἀγαπήθηκα πολύ, μὰ μπορεῖ ποτὲ κανεὶς νὰ φαντασθῆ ὅτι λυπόμουνα βαθειὰ ὅταν καταλάβαινα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσαν; Ἐγώ, ἴσως νὰ μὴν ἀγάπησα ἀρκετά, ὄχι ὅσο ἔπρεπε. Τὸν ἰδανικό μου ἔρωτα θαρρῶ τὸν ἔζησα στὴ φαντασία μου. Ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ἀγάπη γεννήθηκαν τὴν ἴδια μέρα. Αὐτὸ τὸ ἔνιωθα μέσα μου, κι᾿ ὅμως δὲν πίστευα ὅτι θὰ ὑπῆρχε μέρα ποὺ θὰ μοῦ ἀποδείκνυε ὅτι ἀγαποῦσα ἀληθινά. Δὲν εἶνε στ᾿ ἀλήθεια τραγικό, μιὰ μεγάλη εἰρωνεία, νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὴν γνωρίζουν καὶ νὰ σιωποῦν ἐντελῶς κεῖνοι ποῦ νοιώθουν τὴν ψυχή τους νὰ πνίγεται στὸ πόνο της;
Πολλοὶ λέγαν ὅτι ζοῦσα μεσ᾿ στὸ κεφάλι μου. Κάτι ἔπρεπε νὰ ποῦν κι᾿ αὐτοί... Πῶς ἄλλως θὰ μὲ κατέτασσαν σὲ συγκεκριμένη κατηγορία ἀνθρώπων; Ἄνθρωποι, ἀνθρωπάκια! Ἡ ζωὴ ἕνα τεράστιο ψέμα ποὺ ἄλλοι τὸ ἀγαπᾶνε κι᾿ ἄλλοι - οἱ λίγοι - προσπαθοῦν νὰ τὸ κάνουν ἀληθινὴ ζωή. Ἐσεῖς, ἀγαπητοὶ ἄγνωστοί μου φίλοι, πῶς ζεῖτε; Ζεῖτε; Μιὰ φάρσα, αὐτὸ ἦταν ἡ δικιά μου ζωή. Κανεὶς δὲν τὴν κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρὶς νὰ τὸ θέλω, ἔζησα στὸ περίπου, καὶ σκηνοθέτησα τὸ θάνατό μου. Κι᾿ ὅμως ἀγαποῦσα τὴ ζωή, ἀλλὰ πάντα αὐτὴ μοὔπαιρνε ὅ,τι ἄλλο ἀγαποῦσα. Μοῦ ἔλειπε πάντα μιὰ καρδιὰ ποὺ νὰ πονῆ γιὰ μένα. Κι ἦταν δύσκολο, δύσκολο πολὺ νὰ ζῶ μονάχη μου μέσ᾿ σἕνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στὰ μικρά της ζωῆς καὶ στὸ τίποτα. Ἤμουνα σὰν παράσιτο, σὰν μαῦρο ξωτικὸ ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο κι᾿ ἀντὶ νὰ ταξιδέψει στὸν ὀνειροκόσμο του, ξέπεσε σὲ τούτη δῶ τὴ γῆ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μὲ ρώτησε κρυφὰ ἂν εἶμαι χήρα σὰν φοροῦσα μαῦρα βαρειά. Ἐγέλασα. Ἀλήθεια ἦταν! ἂν μάντεψε τὴν ψυχή μου, καλὰ τὴν ὠνόμασε χήρα...
Εἶνε ποὺ θὰ παρακαλοῦσαν νὰ εἶχαν ζήσει στὴν ἐποχή μου. Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. Ἔζησα ἀνάμεσα σὲ μιὰ γενειὰ ἡττημένη. Κάποιοι ἀπό μας κάναν τὸν πόνο στίχο, τὴν ὀργὴ τραγούδι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τόλμησε... - οὔτ᾿ ἀπὸ μᾶς οὔτ᾿ ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους - δὲν τόλμησε νὰ νὰ ξεφύγει ἀπ᾿ τὸ χαραγμένο μονοπάτι, δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια σκεφτότανε, δὲν τόλμησε νὰ κάνει ὅ,τι στ᾿ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει. Οἱ περισσότεροι ἦταν - εἴμασταν - δειλοὶ ποὺ ᾿ψαχναν ἁπλὰ ναύρουν τὴν αὐτοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωποὶ κι᾿ ἀνάπηροι. Ὀλίγοι γέροι μὲ κακόβουλο ὕφος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι καὶ ὑπερφίαλοι... Ἀπόκληροί της ἀντίληψης... Κι᾿ ὅμως ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Κ., ὁ μόνος ποὺ θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ μὲ καταλάβει, ἀλλὰ οὔτε καὶ κεῖνος τόλμησε... Μοὖπε μάλιστα, πὼς μὲ λυπόταν γιατί τὸν ἀγαποῦσα... ὅτι ἤμουνα γι᾿ αὐτὸν μιὰ παρηγοριά. Τὄχε ἡ ἐποχή, κανεὶς δὲν ἦταν ὁ ἑαυτός του! Γι᾿ αὐτὸ θαρρῶ καὶ ἔζησα τόσο μόνη, κι᾿ ἂς εἶχα πάντοτε κάποιους νὰ μὲ συντροφεύουν, ἀδέλφια μου σένα πόνο ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συλλάβουν. Ἔκαναν τὰ πάντα γιὰ μέ, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τους ἦταν μιὰ θυσία ποὺ ποτὲ δὲν δέχτηκα μὲ εὐμένεια κι᾿ οἱ ἀνησυχίες τους χειροπέδες γιὰ μένα. “Πόσο εἶνε ἀστεία ἡ ζωὴ μὰ καὶ πόσο ἀστειότεροι εἴμαστε μεῖς ποὺ τὴν ἀνεχόμαστε τέτοια”, ἔγραψα, θυμᾶμαι, κάποτε στὸ ἡμερολόγιό μου...
Μά, ἀπὸ τότε ἔχουν πειὰ περάσει χρόνια. Πόσα, δὲν ξεύρω, ἀφοῦ ὁ χρόνος δὲν ἔχει πειὰ γιὰ μὲ καμμία σημασία. Τώρα, εἶμαι κάπου ἀλλοῦ καὶ ζῶ - ἂν τούτη δῶ ἡ κατάσταση θεωρεῖται ζωὴ - μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τὰ τετράδια τοῦ μυαλοῦ καὶ κυττάζω πίσω. Ὅλα ζητάω τὰ χαμένα, τὶς μικρὲς στιγμές, τὸν ἀγαπημένο... Γυρνῶ τὸ βλέμμα καὶ τὸν κυττάζω πάντα τὸ δρόμο ποὺ ἀφήσαμε. Εἶνε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες καὶ φρίκη... εἶνε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος... κι᾿ ὅμως - θεὲ συγχώρεσέ με - θὰ τὸν ἔπερνα μὲ τὴν καρδιὰ γεμάτη δάκρυα καὶ μεταμέλεια... Μὲ τὴν καρδιὰ δεμένη μὲ τὰ σίδερα τῆς ἁμαρτίας θὰ ξεκινοῦσα νὰ σ᾿ εὕρω μοναδικὴ κι᾿ ἀξέχαστή μου ἀγάπη... Δὲ θέλω τίποτε ἄλλο, μόνο νὰ φτάσω, νὰ σταθῶ κοντά σου τόσο ποὺ φτάνει γιὰ νὰ ἰδῶ... νὰ ἰδῶ τὸ πρῶτο βλέμμα σου ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ᾿ριχνες σὰν ἔφτανα... τὶς μικροῦλες ὅλες ἐκεῖνες ρυτίδες στὸ πρόσωπό σου... νὰ ἰδῶ τὰ χέρια σου ν᾿ ἁπλώνονται σὲ μένανε νὰ μὲ ἀγκαλιάσουν... νὰ ἰδῶ... νὰ νοιώσω τὸ φίλημά σου... Εἶνε τόσο μεγάλος ὁ καϋμὸς καὶ εἴμεθα τόσο μικροὶ ἕνας-ἕνας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἀποτελοῦμεν...
Τὰ λόγια αὐτὰ ἴσως νἀκούγονται σὰν παραλήρημα ἑνὸς ἑτοιμοθανάτου, μά, ἀλοί, δὲν μπορῶ νὰ πεθάνω ἀφοῦ εἶμαι ἀπὸ χρόνια πειὰ νεκρή. Ὅσο ζοῦσα, ὅσο ἔζησα, ἤμουνα παιδί. Ἤμουνα ἕνα παιδὶ ἄμυαλο, μπορῶ νὰ τὸ παραδέχωμαι ἀλλὰ καὶ ποιὸ παιδὶ δὲν εἶνε ἄμυαλο; Ἕνα παιδὶ εἶμαι ἀκόμη... Ἕνα παιδὶ ποὺ γράφει σὲ σᾶς, τοὺς ἄγνωστούς του φίλους, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: νὰ μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ἂν εἶνε δυνατὸν ἄμυαλα παιδιά. Νὰ ζήσετε τὴ ζωή σας μὲ τρέλλα, νὰ ζήσετε παράλογα, νὰ σκοτώσετε τὴ λογικὴ ποὖνε ὁ φονιὰς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ζωῆς, νὰ τολμήσετε νὰ κάνετε τὰ δύσκολα, τὰ μεγάλα, τὰ σημαντικά, ν᾿ ἀκολουθήσετε τὰ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ ἀφήσετε νὰ θρονιαστεῖ στὴν καρδιά σας γιὰ πάντα ἡ ἄνοιξη καὶ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ν᾿ ἀγαπήσετε μὲ πάθος καὶ νὰ καεῖτε ἀπ᾿ τὴ φλόγα τῆς ἀγάπης σας, νὰ κάνετε τὸν πόνο, τὴ χαρά, τὴν κάθε σας στιγμὴ τραγούδι, κι᾿ ὅταν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα ἡ στερνὴ νὰ πεθάνετε ὄχι ἀπὸ πλῆξι, ἀλλὰ ἀπὸ εἰλικρίνεια ὅπως ὁ φίλος τζίτζικας, ποὺ τόσο ὡραία τὰ ἔλεγε μὰ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια...
Τώρα, καθὼς γράφω τὶς τελευταῖες γραμμές, κυττῶ πίσω καὶ ἀντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ἔζησα ἐλεύθερη ὅσο καμμιὰ ἄλλη γυναίκα τῆς ἐποχῆς μου, ἔκανα πράγματα ποὺ δὲν ἔκανε καμμιὰ ἄλλη, κι᾿ ἀγαπήθηκα ὅσο λίγες. Καί, δὲν τὸ ξεχνῶ, καθὼς τὸ βλέμμα μου ἔσβηνε, ἐκείνη τὴ μελαγχολικὴ αὐγούλα τ᾿ Ἀπρίλη, δὲν ἤμουν πειὰ μόνη. Νέοι ποὺ μ᾿ ἀγάπησαν ἦρθαν νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσουν καὶ φίλες γκαρδιακὲς στὸ προσκεφάλι μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι νὰ μοῦ χαρίσουν...
Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα μου στὸν κόσμο ποὺ ποτὲ δὲν ἔγραψε σὲ μένα, ὅπως λέει κι᾿ ἡ καλή μου φίλη.
Μὲ ἀγάπη
Μαρίκα Πολυδούρη



Logicomix

εικονογράφηση: Αλέκος ΠαπαδάτοςAnnie Di Donna
Ίκαρος, 2008, 352 σελ.

Η ιστορική επιθυμία να κάνεις τον κόσμο απολύτως κατανοητό μέσω της Λογικής.