Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015


Η ΑΓΝΟΙΑ 
Μ. Κούντερα






Οι αυτοεξόριστοι ήταν πια άνθρωποι με αναφορά σε δύο χώρες, αλλά σε καμία πλέον πατρίδα. Είναι ένα βιβλίο κατά κάποιον τρόπο αυτοβιογραφικό, με θέμα τη μετανάστευση, την αυτοεξορία, τη μνήμη και τις αλλοιώσεις της από την απόσταση, τη μοναξιά.


Η τυχαία συνάντηση μιας γυναίκας κι ενός άντρα στο ταξίδι του γυρισμού στη χώρα τους, έπειτα από είκοσι χρόνια ξενιτεμό. Η προσπάθεια να συνεχιστεί η ερωτική ιστορία τους, που είχε διακοπεί πριν καλά καλά αρχίσει, λίγο πριν μεταναστεύσουν, σε διαφορετική χώρα ο καθένας. Η αδυναμία να συναντηθούν οι διαφορετικές αναμνήσεις που διατηρεί ο ένας απ’ τον άλλο. Ο ανέφικτος έρωτας, μαζί με την ανέφικτη επιστροφή στη γενέθλια γη. Οι πολιτικοί πρόσφυγες, οι αυτοεξόριστοι των ανατολικών χωρών, που άφηναν την πατρίδα τους χωρίς ελπίδα επιστροφής. Ο αγώνας τους να ριζώσουν στον ξένο τόπο. Η απόπειρα για τη «μεγάλη επιστροφή», μετά την απροσδόκητη κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, σε μια άγνωστη όμως πια χώρα, ανάμεσα σε άγνωστους πια ανθρώπους.Ο Οδυσσέας, που «είκοσι ολόκληρα χρόνια μόνο την επιστροφή του σκεφτόταν. Αλλά μόλις γύρισε, κατάλαβε κατάπληκτος πως η ζωή του, όλη η ουσία της ζωής του, το κέντρο της, ο θησαυρός της, βρισκόταν εκτός Ιθάκης, στα είκοσι χρόνια της περιπλάνησής του. Και τον θησαυρό αυτό τον είχε χάσει, και μόνο ιστορώντας θα μπορούσε να τον ξαναβρεί». Κανείς όμως δεν ενδιαφέρεται ν’ ακούσει. Ο εκπατρισμένος που επιστρέφει και περιμένει να τον ρωτήσουν, να του πουν «λέγε», για να ιστορήσει τη ζωή του στα χρόνια της απουσίας του και να ξαναδέσει έτσι το κομμένο νήμα με το παρελθόν. Αλλά αυτό το «λέγε» δεν το ακούει από κανέναν. Το νήμα θα μείνει κομμένο. Η άγνοια, ίσως το συγκινητικότερο μυθιστόρημα του Μίλαν Κούντερα, είναι παράλληλα ένα δοκίμιο γύρω από το οντολογικό πρόβλημα της αυτοεξορίας, του εκπατρισμού, και της εσωτερικής πλέον σήμερα ξενιτιάς, ένα δοκίμιο γύρω από τη νοσταλγία και τη μνήμη, που ορίζουν την πεπερασμένη ζωή του ανθρώπου, μια ζωή παγιδευμένη για πάντα από την «ηλικία της άγνοιας». 

Ο Μίλαν Κούντερα γεννήθηκε το 1929 στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας. Καταγόταν από μεσοαστική οικογένεια και ο πατέρας του, επιφανής μουσικολόγος και πιανίστας, ήταν μαθητής του διάσημου συνθέτη Λέος Γιάνατσεκ. Αρχικά ο Κούντερα έκανε σπουδές στη λογοτεχνία και στην αισθητική στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου, σύντομα όμως μετεγγράφεται στην Ακαδημία Εφαρμοσμένων Τεχνών της Πράγας για να σπουδάσει σκηνοθεσία του κινηματογράφου και τεχνική του σεναρίου. Το 1948 έγινε μέλος της Νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας αλλά διαγράφηκε δύο χρόνια αργότερα για «αντικομματική δραστηριότητα». Το περιστατικό υπήρξε η αφορμή να γράψει χρόνια αργότερα το Αστείο, το μυθιστόρημα που τον έκανε γνωστό σε όλον τον κόσμο. Ο συγγραφέας έγινε δεκτός ξανά στο κόμμα το 1956, για να διαγραφεί εκ νέου το 1970. Ενθερμος οπαδός τού Ντούμπτσεκ και επί χρόνια υποστηρικτής ενός σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο, έφτασε στο σημείο να διαφωνήσει δημοσία με τον Χάβελ. Ωστόσο, το 1975, αναγκάστηκε να φύγει στη Γαλλία, όπου απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα πέντε χρόνια αργότερα. Σήμερα ζει στο Παρίσι και τα περισσότερα κείμενά του τα γράφει απευθείας στα γαλλικά.
Το έργο του Κούντερα ανήκει στη μεγάλη παράδοση του κεντροευρωπαϊκού μυθιστορήματος μαζί με εκείνο του Μούζιλ, του Μπροχ, του Γκομπρόβιτς και του Κάφκα. Τα σπουδαιότερα πεζογραφήματα του Κούντερα είναι: Το αστείο, Το βιβλίο του γέλιου και της λήθηςΗ άγνοια, Η αθανασία, Η ζωή είναι αλλού, Το βαλς του αποχαιρετισμού και Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι. Η υπόθεση του τελευταίου - και του δημοφιλέστερου - εκτυλίσσεται κατά την περίοδο της Ανοιξης της Πράγας του 1968, η οποία οδήγησε στην εισβολή των Σοβιετικών την ίδια χρονιά.


Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015


99+1 απόψεις για την Τζοκόντα


Ερβέ λε Τελιέ
μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Opera, 2000
118 σελ.



Στηρίζεται στο έργο Ασκήσεις Ύφους και παραθέτει 100 βλάσφημες προσβολές
για τον πιο διάσημο πίνακα  όλων των εποχών γράφοντας με διαφορετικό ύφος την καθεμία.







https://www.captainbook.gr/shop/?p=911

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
HERMAN KOCH





Δυο ζευγάρια συναντώνται σ’ ένα από τα πιο ακριβά εστιατόρια για να δειπνήσουν. Ο Πάουλ, καθηγητής Ιστορίας, μαζί με τη σύζυγό του Κλερ και ο αδερφός του, γνωστός πολιτικός και κατά τις δημοσκοπήσεις ο επόμενος πρωθυπουργός, μαζί με τη σύζυγό του Μπαμπέτ. Συζητάνε περί ανέμων και υδάτων, ενώ τα πιάτα απλώνονται στο τραπέζι τους. Κι όλα κυλούν ομαλά μέχρι η κουβέντα να έρθει στο επίμαχο θέμα.

Ένα βίντεο που παίχτηκε από γνωστή εκπομπή της τηλεόρασης και δείχνει δυο νεαρούς να καίνε μια άστεγη που κοιμάται στον θάλαμο ενός ΑΤΜ. Το θέμα αφορά όλους μαζί και τον καθένα χωριστά. Ο λόγος: οι δυο νεαροί που κάψανε την άστεγη είναι οι γιοι των δύο οικογενειών, ξαδέρφια που μετά από μια βραδινή βόλτα, θέλοντας να βγάλουνε λεφτά, έπεσαν πάνω στην άστεγη. Κι ενώ την κοροϊδεύανε και της πετάγανε διάφορα αντικείμενα, ένα στιγμιαίο λάθος τύλιξε την άπορη γυναίκα στις φλόγες. Και τώρα, τα δύο ζευγάρια καλούνται να αντιμετωπίσουν την αποτρόπαια πράξη των παιδιών τους. Η απόφαση και οι συνέπειές της θα οδηγήσει τους τέσσερις ενήλικες σ’ ένα παιχνίδι επιβίωσης και οπτικής απέναντι στο ηθικό, το δίκαιο, αλλά κυρίως σ’ ένα στοιχείο που καθορίζει πριν απ’ όλα τις ζωές των ανθρώπων: την επιβίωση.

Το μυθιστόρημα του Herman Koch είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, παρακολουθώντας την ιστορία από τη μεριά του Πάουλ, ως αφηγητή και ενός εκ των πρωταγωνιστών. Με μεστή γλώσσα και διαλόγους που κόβουν την ανάσα, ο συγγραφέας δίνει μια οπτική σ’ ένα θέμα που εκ της γεννήσεως του ενέχει μείζονα σημασία: κατά πόσον οι πράξεις ακολουθούνται από τις συνέπειες ή αν τελικά μια λάθος πράξη πρέπει να την αποσιωπάς, προκειμένου να αποφύγεις τις επιπτώσεις.

Με σατιρικό ύφος και μια προσέγγιση της καθημερινότητας που στέκεται έξω από τα όρια του κοινωνικού συμβιβασμού, ο συγγραφέας μέσα από τον κεντρικό του ήρωα διαμορφώνει και δεικνύει τον ευνουχισμό του καθωσπρεπισμού, τη λοιδορία της συμβατικότητας, τη μη ανοχή της διαφορετικότητας. Παράλληλα, κάνοντας αναδρομές στο πρόσφατο παρελθόν της οικογενειακής ζωής –από τη γέννηση του γιου του κι έπειτα– ο Herman Koch συνθέτει εξαιρετικά το παζλ της ιστορίας που αφηγείται, θέτοντας σε πιο στέρεες βάσεις τους χαρακτήρες του δράματος. Σε μεγάλο βαθμό «Το δείπνο» διαθέτει μια θεατρικότητα που δε στηρίζεται μόνο στο σκηνικό και στους χαρακτήρες, αλλά κυρίως στη δόμηση και την αποδόμηση των ίδιων των προσώπων.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Ο Ολλανδός συγγραφέας Herman Koch επιμένει στις λεπτομερείς περιγραφές του δείπνου καθαυτού και με σχολαστικότητα καταπιάνεται με τα πιάτα που σερβίρονται ένα-ένα, τους πελάτες του  εστιατορίου, τους σερβιτόρους και τον μάνατζερ του χώρου – όλα αυτά μέσα από την πρωτοπρόσωπη εξιστόρηση ενός εκ των δύο αδελφών, και συγκεκριμένα του Paul, ο οποίος είναι και ο αφηγητής της ιστορίας. Τα σχόλιά του είναι σχεδόν πάντα ειρωνικά, πικρόχολα και συχνά αστεία  και από τις πρώτες σελίδες ο αναγνώστης τείνει να ταυτιστεί με την προσωπικότητά του και να συμφωνήσει σχεδόν με όσα λέει στις πρώτες σελίδες (το πόσο γελοίες είναι οι τιμές των ορεκτικών, ο τρόπος που οι σερβιτόροι «πουλάνε» τα πιάτα τους, το πανάκριβο κρασί που πάντα κοστίζει πολύ φθηνότερα σε κάποιο  κατάστημα, κ.τ.λ.) Σύντομα όμως, και εδώ κατά τη γνώμη μου βρίσκεται ο μεγάλος άσος του συγγραφέα, η ταύτιση με τον κεντρικό ήρωα και αφηγητή αρχίζει να ξεθωριάζει καθώς τα φλας-μπακ στο παρελθόν του αποκαλύπτουν σκοτεινές πλευρές που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να είχαμε φανταστεί.
Όπως ανέφερα πιο πάνω, η πλοκή ξετυλίγεται με αρκετά αργούς ρυθμούς και μόνο αφού ο αναγνώστης έχει φθάσει στη μέση σχεδόν του βιβλίου αρχίζει να καταλαβαίνει το σκοπό της συνάντησης των ζευγαριών και το τι πραγματικά συμβαίνει. Ωστόσο, αργότερα γίνεται αντιληπτό ότι αυτό δεν αφορά σε κάποιο πρόβλημα δομής του μυθιστορήματος (όπως αρχικά πίστεψα, νομίζοντας ότι είναι ένα απλό αστυνομικό μυθιστόρημα), αλλά στην ικανότητα του συγγραφέα να περιλαμβάνει και την παραμικρή λεπτομέρεια στην εξέλιξη της ιστορίας, τις περισσότερες φορές με έμμεσο τρόπο. Αυτό δημιουργεί μία ατμόσφαιρα ελαφρώς κλειστοφοβική (τα πάντα διαδραματίζονται σε ένα τραπέζι πολυτελούς εστιατορίου), με μικρές ανάσες του έξω κόσμου μέσα από τα διάφορα φλας-μπακ, ανάσες που αντί όμως να χαρίζουν καθαρό οξυγόνο στον αναγνώστη, τον δηλητηριάζουν ακόμα περισσότερο: ο έξω κόσμος ίσως να είναι πολύ χειρότερος από την υποκρισία που «σερβίρει»  το  εστιατόριο στους όχι τόσο ανυποψίαστους πελάτες του.