Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015


ΒΑΡΔΙΑ  

ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ








Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο λόγος, για τον οποίο δημοσίευσε τη «Βάρδια», το 1954, προτού σωπάσει για είκοσι χρόνια, ήταν να εξερευνήσει ένα νέο εκφραστικό τρόπο. Ονειρεύτηκε εν συνεχεία -ή καμώθηκε πως ονειρεύτηκε- να γράψει απομνημονεύματα. «Μα θα με σκοτώσουν αν τα διηγηθώ όλα», συνήθιζε να λέει. Στην πραγματικότητα, η ίδια η «Βάρδια» ήταν μυθιστόρημα, ποίημα και αναμνήσεις συγχρόνως. Μέσα στο βιβλίο υπάρχει καταρχάς η ιστορία ενός ταξιδιού. Στη θάλασσα της Κίνας, ένα παμπάλαιο φορτηγό, σαραβαλιασμένο -ένα από κείνα τα σαπιοκάραβα που είχαν ήδη πουληθεί για παλιοσίδερα και που οι έλληνες εφοπλιστές τα πήγαιναν για επιδιόρθωση στο Ρότερνταμ και ύστερα τά 'βαζαν να γυρίζουν τις θάλασσες για χρόνια ακόμα- έχει βάλει πλώρη για το Σαντούν. Αλλά το ουσιώδες έγκειται στις συνομιλίες. Σ' αυτές ακριβώς θεμελιώνεται το έργο. Στις ατελείωτες ώρες της βάρδιας, οι ναυτικοί -ο θερμαστής, ο καπετάνιος ή ο ασυρματιστής, όπως ήταν ο συγγραφέας- αναμασούν από κοινού την κατάστασή τους. Τη ζωή τους την αντιλαμβάνονται ως κατάρα, αλλά μια κατάρα που την αποδέχονται και την επιζητούν: δεν υπάρχει γι' αυτούς χειρότερη δυστυχία από τη ζωή στη στεριά, την αναγκαστική αργία, την αποχώρηση που τους θάβουν ζωντανούς. Υπάρχει μια παράδοξη διαλεκτική αγάπης και μίσους, δυσπιστίας και συνενοχής ανάμεσα σ' αυτούς τους ναυτικούς και το πλοίο τους: αιχμάλωτοι και ξεριζωμένοι μαζί, απεχθάνονται καθετί που θα μπορούσε να τους ελευθερώσει, να σταματήσει την πορεία τους. Μέσω των συζητήσεών τους εισάγονται στην αφήγηση ανέκδοτα και αναμνήσεις - μια ολόκληρη σειρά από ιστορίες, εκτεταμένες ή σύντομες, κωμικές ή φρικιαστικές, πάντα συναρπαστικές, που συνιστούν ένα δεύτερο πλάνο του έργου. Τις πιο μακριές αφηγήσεις τις κάνει ο ασυρματιστής που εκπροσωπεί σαφώς το συγγραφέα και εξάλλου ονομάζεται Νικόλας, όπως εκείνος. Όταν η αφήγηση περνάει στο πρώτο πρόσωπο, περίπου στη μέση του βιβλίου, το μυθιστόρημα φτάνει στην αρτίωσή του. Με το τέχνασμα αυτό αποκτά, πρώτα πρώτα, μια λυρική διάσταση: ένα πλήθος από ονειροπολήσεις ή φαντασιώσεις εκφράζονται, μέσω αληθινών ποιημάτων, σε πρόζα. Αλλά κυρίως το μυθιστόρημα παίρνει τώρα οριστικά ένα χαρακτήρα εξομολόγησης. Εξάλλου, όλες οι αφηγήσεις των ναυτικών είναι επίσης εξομολογήσεις, που αποσπώνται από χείλη που μοιάζουν να μη θέλουν να τις κάνουν. Οι εξομολογήσεις του ασυρματιστή, που είτε τραβούν σε μάκρος είτε, εντελώς αντίθετα, κομματιάζονται και ολοκληρώνονται στα κλεφτά, με αποσπάσματα στη μέση άλλων αφηγήσεων, κυριαρχούν στο έργο. Ένα αίσθημα ενοχής τεράστιο, εμετικό, αφόρητο αναδίδεται απ' αυτές: «Ό,τι αγγίζω σαπίζει. Δεν πεθαίνει, σαπίζει». Μέσα σ' ένα κλίμα συντέλειας του κόσμου, η πατρίδα - Ανατολή δεν επιφυλάσσει στον ταξιδιώτη παρά το θέαμα της ερήμωσης, της πορνείας, της σύφιλης και του θανάτου - καθρέφτη αψευδούς της σήψης του παρελθόντος που έχει μόλις βγει στην επιφάνεια, ακολουθώντας το νήμα των αναμνήσεων. Σ' αυτό τον τόπο καταγωγής δεν μπορούν καν ν' αράξουν. Ο αιώνιος πλάνης δεν έχει το δικαίωμα της επιστροφής. Περιπέτεια ξεχωριστή, εξωτική, φαντασμαγορία με χίλια χρώματα, πότε ποιητική, πότε άσεμνη, πότε παραληρηματική. Μα σίγουρα κι ακόμα πιο πολύ, εικόνα πιθανή, εικόνα πολύ αληθοφανής της άχαρης μοίρας μας. 

- Εσύ δε θα παντρευτείς;

- Όχι. Φουκαράδες ναυτικοί. Τις είδα τις γυναίκες τους να κατεβαίνουν πριν έρθει το καράβι στο μώλο και να περιμένουν όρθιες στο λιοπύρι ή στη βροχή. Τις είδα να τους αποχαιρετάνε στο σάλπα, βασανισμένες, σακατεμένες από τα ριξίματα, μ' ένα τσούρμο παιδιά να τις τραβάνε από το φουστάνι. Στερημένες. Καταλαβαίνεις. Λείπει ο άντρας. Όταν βρεθεί ο έξυπνος, τις καταφέρνει με το πρώτο. Οι κερατάδες θαλασσοπνίγονται. Ένα σωρό ξέρω, που πήραν αρρώστιες από τις γυναίκες τους. Παράτα με σου λέω.

- Είσαι άδικος, μουρμούρισε μες από τα δόντια του ο Γεράσιμος. Παραμύθια μου αραδιάζεις. Είναι χιλιάδες οι καλές, που σέβονται το ψωμί που τρώνε. Γεννάνε, βαφτίζουν, θάβουνε μοναχές τους. Δε μου λες; όταν λείπουμε πέντε και δέκα χρόνια, τι να σου κάμουνε; Κορμί το λένε.

Ο ασυρματιστής ήπιε μια γουλιά καφέ κι έφτυσε στην παλάμη του.

- Βρήκες τίποτα; Στάσου ν' ανάψω...

- Δε βαριέσαι, μη χαλάς τα σπίρτα. Μύγα με τέτοια ζέστη δε βρίσκεται, μήτε κατσαρίδα. Σκορπιός αποκλείεται να 'ναι, δε θα χώραγε στο φλυτζάνι. Λοιπόν, η μάνα μου είχ' ένα μπάρμπα καπετάνιο. Λεβέντης, πλούσιος, με τέσσερα πλεούμενα. Σαραντάρης, παντρεύτηκε τη Ζαφειριώ. Δεκαοχτάρα, ορφανή, αρχοντοξεπεσμένη. Όμορφη. Έφερε μαστόρους από την Πάτρα κι έκαμε το πατρικό του, παλάτι. Μαόνι και κρύσταλλο. Έμεινε κάμποσο καιρό μαζί της κι έπειτα μπαρκάρησε με το καλύτερό του καΐκι που το 'χε γράψει και βαφτίσει στ' όνομά της. Πήγαινε κι ερχόταν. Ένα χάραμα σαλπάρησε για τη Σαβόνα. Τα μεσάνυχτα, έβαλε κλειδί στην πόρτα του και τη βρήκε καβάλα μ' έναν Καλαματιανό που λάδωνε τα μαλλιά του, τα κατσάρωνε σαν πούστης και γύριζε την Κεφαλλονιά πουλώντας τσίτια και τσατσάρες. Ο λεγάμενος έκανε να πηδήσει από το παράθυρο ξεβράκωτος, μα τον έσυρε από τα μαλλιά πίσω. Η Ζαφειριώ, αλαλιασμένη, έκρυβε το μούτρο με τις παλάμες. Τότες ο μπάρμπας μου έστρωσε τραπέζι για τρεις, άναψε τα καντηλέρια και τις λάμπες, άνοιξε μια μποτίλια πομάρ, χαβιάρι και χοιρομέρι και τους έβαλε με το ζόρι στο τραπέζι. "Φάτε, τους είπε, έχετε ανάγκη από δύναμη."

Η ψυχοπαίδα τους με το νυχτικό φάνηκε στην πόρτα. "Σύρε μωρή σκρόφα κοιμήσου και τσιμουδιά, γιατί θα σου κόψω τον κώλο."

Καθώς κερνούσε, χύθηκε κρασί και χρωμάτισε το ρούσικο λινό τραπεζομάντηλο. Με το βρεμένο του χέρι τους άλειψε το κούτελο. "-Γούρι."

"Κωσταντή, σκότωσέ με καλύτερα τώρα, μα μη με βασανίζεις. Πέταξέ με στο δρόμο, βγάλε ντελάλη να το φωνάξεις, όμως άσε με να ντυθώ."

Μόλις ξημέρωσε, έδιωξε με μια κλωτσιά τον Καλαματιανό, αφού πρώτα του 'κοψε τα δυο μπατζάκια του παντελονιού, ήπιε καφέ και πήγε στον καφενέ, που 'χε ναργιλέ δικό του. Τη νύχτα κοιμήθηκε μαζί της και την άλλη το ίδιο. Ένα μήνα την πήδαγε και μόλις χάραζε, ξεκίναγε για τα χτήματα.

"Κωνσταντή, του 'πε η Ζαφειριώ ένα μεσημέρι, ξεχνάς κάτι λεφτά κάτου από το προσκέφαλο καθημερινά."


"Δεν τα ξεχνάω, της αποκρίθηκε. Πληρώνω πάντα τις πουτάνες που κοιμάμαι μαζί τους."

[...]

Άκου. Αν ποτέ βρισκόμουνα χαρμάνης από τσιγάρο κι από γυναίκα πάνου σ' ένα ξερονήσι και μου λέγαν να διαλέξω ένα από τούτα τα δυο, θα προτιμούσα το τσιγάρο. Το τσιγάρο.

- Κουταμάρες, Κανείς δεν ξέρει τι θα κάνει στην ώρα του.

- Μου 'χει τύχει κάτι σχετικό. Προτίμησα το τσιγάρο σου λέω.

- Από τα λόγια σου καταλαβαίνω πως τις αγαπάς τις γυναίκες, περισσότερο κι απ' ό,τι πρέπει. Μπορεί κάποια να σου 'καμε μεγάλη ζημιά, για τούτο έχεις χολιάσει και μιλάς έτσι. Θα σου περάσει.

- Μπα. Τις αγαπάω βέβαια. Είναι χαρά θεού να τις βλέπεις γυμνές. Όμως να τις πληρώνεις ή να σε πληρώνουνε. Ο πιο σωστός τρόπος.

[...]

Σιχάθηκα πάντα κείνα τα σάπια λόγια. "Άφησε με... δε θέλω... Πες μου πρώτα πως μ' αγαπάς... πως δε θα φύγεις ποτέ". Κι άμα τελειώσεις, να μην μπορείς να το σκάσεις αμέσως. Να 'σαι υποχρεωμένος να την παρηγορήσεις, σαν να την είχες δείρει, να την είχες προσβάλει. Αναγούλα. Μαθήματα πήρα πάντα, μόνο απ' αυτές που λέμε δημόσιες. 

[...]

Για να τελειώνουμε. Ήμουνα με τον "Πολικό". Από τον Πειραιά για Σαλονίκη. Όξω από την δεσπέτζα, πάνου στο σεντουκάκι της, καθότανε μια τέτοια. Άσκημη σαν το χρέος. Ένας ναύτης τη διπλάρωσε από νωρίς. "Θα 'χουμε θάλασσα, να σε βάλω κάπου να ξαπλώσεις."

"Όχι". Της πήγε ένα πιάτο φαΐ το βράδι. "Δε θέλω".

Τα μεσάνυχτα ξαναπήγε κοντά της. "Τσιγάρο;"

"Όχι, μωρέ τράγο, αφού βλέπεις πως φουμάρω. Πάρτο απόφαση. Δε στο δίνω. Έφυγα από τα Βούρλα και πάω για το Βαρδάρι. Αν σ' αρέσω, έλα κει πέρα. Όχι εδώ. Γυρεύεις μωρέ ποτέ σου από το μπακάλη τυρί, την Κυριακή που τονε συναντάς στο δρόμο; Άντε πήγαινε να βρεις καμιά πρωτοθεσίτισσα. Ξεφορτώσου με."

Την ίδια ώρα, στην καμπίνα του καπετάνιου, τα 'χε σηκώσει σαν τ' αυτιά του λαγού, μια κυρία που τη σεβόταν όλος ο κόσμος στον τόπο της, με τέσσερα παιδιά κι άντρα λεβέντη. Σκέφτηκες μωρέ ποτέ σου τι χαρίζουν οι πόρνες με πενταροδεκάρες; Βάζουν απάνω τους σακατεμένους, στραβούς, καμπούρηδες, κείνους που βρωμάνε αγιάτρευτα, που 'χουν μοτάρια στο κορμί τους, τρελούς, όλους όσους δε βρίσκεται καμιά γυναίκα να τους χαϊδέψει.Ζουν στα μπορντέλα, τις λέμε δημόσιες. Τις άλλες που 'ναι απόξω, πώς πρέπει να τις φωνάζουμε; Βρες μου τη λέξη."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου